καταδικάζω


καταδικάζω
[катадиказо] ρ. выносить приговор,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καταδικάζω" в других словарях:

  • καταδικάζω — give judgement pres subj act 1st sg καταδικάζω give judgement pres ind act 1st sg καταδικάζω give judgement pres subj act 1st sg καταδικάζω give judgement pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδικάζω — καταδικάζω, καταδίκασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταδικάζω — (AM καταδικάζω) [καταδίκη] εκδίδω καταδικαστική απόφαση, κρίνω κάποιον ως ένοχο σε δίκη, επιβάλλω ποινή, τιμωρώ νεοελλ. 1. κρίνω εκ τών προτέρων την τύχη κάποιου («ο θεός τόν καταδίκασε να σέρνεται») 2. προδικάζω κακή έκβαση, προοιωνίζομαι κακό… …   Dictionary of Greek

  • καταδικάζω — καταδίκασα, καταδικάστηκα, καταδικασμένος 1. βγάζω καταδικαστική απόφαση: Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε πρόστιμο πέντε χιλιάδων δραχμών. 2. κατακρίνω, κακίζω: Μην καταδικάζεις κανέναν χωρίς να τον ακούσεις πρώτα. 3. προδικάζω: Οι γιατροί τον… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταδικάζετε — καταδικάζω give judgement pres imperat act 2nd pl καταδικάζω give judgement pres ind act 2nd pl καταδικάζω give judgement pres imperat act 2nd pl καταδικάζω give judgement pres ind act 2nd pl καταδικάζω give judgement imperf ind act 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδικάζῃ — καταδικάζω give judgement pres subj mp 2nd sg καταδικάζω give judgement pres ind mp 2nd sg καταδικάζω give judgement pres subj act 3rd sg καταδικάζω give judgement pres subj mp 2nd sg καταδικάζω give judgement pres ind mp 2nd sg καταδικάζω give… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδικάσει — καταδικάζω give judgement aor subj act 3rd sg (epic) καταδικάζω give judgement fut ind mid 2nd sg καταδικάζω give judgement fut ind act 3rd sg καταδικάζω give judgement aor subj act 3rd sg (epic) καταδικάζω give judgement fut ind mid 2nd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδικάσουσιν — καταδικάζω give judgement aor subj act 3rd pl (epic) καταδικάζω give judgement fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καταδικάζω give judgement fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) καταδικάζω give judgement aor subj act 3rd …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδικάσω — καταδικάζω give judgement aor subj act 1st sg καταδικάζω give judgement fut ind act 1st sg καταδικάζω give judgement aor subj act 1st sg καταδικάζω give judgement fut ind act 1st sg καταδικάζω give judgement aor ind mid 2nd sg (homeric ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταδικάσῃ — καταδικάζω give judgement aor subj mid 2nd sg καταδικάζω give judgement aor subj act 3rd sg καταδικάζω give judgement fut ind mid 2nd sg καταδικάζω give judgement aor subj mid 2nd sg καταδικάζω give judgement aor subj act 3rd sg καταδικάζω give… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)